ἀγῶν

ἀγῶν
ἄγη
wonder
fem gen pl
ἄγος
any matter of religious awe
neut gen pl (attic epic doric)
ἀγάω
pres part act masc voc sg
ἀγάω
pres part act neut nom/voc/acc sg
ἀγάω
pres part act masc nom sg (attic epic ionic)
ἀγάω
pres part act masc nom sg (attic epic doric ionic)
ἀγάζω
exalt overmuch
fut part act masc voc sg
ἀγάζω
exalt overmuch
fut part act neut nom/voc/acc sg
ἀγάζω
exalt overmuch
fut part act masc nom sg (attic epic ionic)
ἀ̱γῶν , ἀγή
breakage
fem gen pl
ἀγή 2
fem gen pl
ἀγός
leader
masc gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • ἁγών — ἀγών , ἀγών gathering masc nom/voc sg ἐγών , ἐγώ I at least masc/fem nom/voc 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγών — gathering masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγῶν' — ἀγῶνα , ἀγών gathering masc acc sg ἀγῶνι , ἀγών gathering masc dat sg ἀγῶνε , ἀγών gathering masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγών — Θεός των αρχαίων Ελλήνων. Οι αρχαίοι είχαν προσωποποιήσει τους αθλητικούς αγώνες και τους παρίσταναν με διάφορες μορφές. Με την έννοια αυτή, ο θεός Α. ήταν προστάτης των αθλητικών συναντήσεων και οι απεικονίσεις του ποίκιλλαν ανάλογα με τα… …   Dictionary of Greek

  • ἄγων — ἄγω lead pres part act masc nom sg ἄ̱γων , ἀγάω imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἄ̱γων , ἀγάω imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀγάω imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἀγάω imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'γών — ἀγών , ἀγών gathering masc nom/voc sg ἐγών , ἐγώ I at least masc/fem nom/voc 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀγών — ἀγών , ἀγών gathering masc nom/voc sg ἐγών , ἐγώ I at least masc/fem nom/voc 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγῶνα — ἀγών gathering masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγῶνας — Ἀγών masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγῶνας — ἀγών gathering masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”